εξανδραποδίζω

εξανδραποδίζω
εξανδραπόδισα, εξανδραποδίστηκα, εξανδραποδισμένος, μτβ.
1. κάνω κάποιον ανδράποδο (βλ. λ.), τον υποδουλώνω.
2. μτφ., κάνω κάποιον τελείως υποχείριο.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • εξανδραποδίζω — εξανδραποδίζω, εξανδραπόδισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εξανδραποδίζω — (Α ἐξανδραποδίζω) [ανδραποδίζω] (για ανθρ. ή πολιτείες) κάνω κάποιον ανδράποδο*, υποδουλώνω, υποτάσσω («ἀπέπεμπε ἐξανδραποδίσαντας Ἀθήνας», Ηρόδ.) αρχ. αρπάζω, σφετερίζομαι, δημεύω («καὶ πάντων τῶν τεθνεώτων ἐξηνδραποδίσαντο τοὺς βίους», Πολ.) …   Dictionary of Greek

  • ἐξανδραποδίσουσι — ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery aor subj act 3rd pl (epic) ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξανδραποδίσουσιν — ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery aor subj act 3rd pl (epic) ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξανδραποδιοῦσι — ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery fut ind act 3rd pl (attic epic doric) ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery fut part act masc/neut dat pl (attic epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξανδραποδιοῦσιν — ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery fut ind act 3rd pl (attic epic doric) ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery fut part act masc/neut dat pl (attic epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξανδραποδισάντων — ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery aor part act masc/neut gen pl ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery aor imperat act 3rd pl ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery aor part act masc/neut gen pl ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery aor imperat …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξανδραποδίζουσι — ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery pres part act masc/neut dat pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξανδραποδίσαι — ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery aor inf act ἐξανδραποδίσαῑ , ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery aor opt act 3rd sg ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery aor inf act ἐξανδραποδίσαῑ , ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery aor opt act 3rd …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξηνδραποδισμένα — ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery perf part mp neut nom/voc/acc pl (attic epic doric ionic aeolic) ἐξηνδραποδισμένᾱ , ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery perf part mp fem nom/voc/acc dual (attic epic doric ionic aeolic) ἐξηνδραποδισμένᾱ …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”